Friday, December 3, 2010

Dead Low Tide - St



Οι Murder City Devils είναι μια σχετικά γνωστή μπάντα που δραστηριοποιήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του '90 μέχρι τις αρχές του 2000. Πρόσφατα επανασυνδέθηκαν και αν δεν κάνω κάποιο τραγικό λάθος μαζί με τον Coady Willis (αν σας λέει κάτι είναι επειδή τον γνωρίζετε από τους Big Business). Ηχογράφησαν μερικούς πολύ καλούς δίσκους από τους οποίους προτείνονται οι δύο τελευταίοι (Thelema & In Name and blood). Εδώ βέβαια δεν θα γράψουμε γι'αυτούς μιας και κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ προφανές, αντιθέτως θα δώσουμε μια πολύ γενική περιγραφή του μοναδικού δίσκου των Dead Low Tide, μπάντας που συνέχισε ουσιαστικά την μουσική κληρονομία (όποια και αν είναι αυτή) των Murder City Devils.

Το 2003 λοιπόν τρία μέλη από την προαναφερθείσα μπάντα, μαζί με τον Mike Kunka των noise rockers godheadsilo, έβαλαν μπρός τους Dead Low Tide, η πορεία των οποίων παραήταν σύντομη, για την ακρίβεια μονάχα δύο χρόνων (μέσα στα οποία κυκλοφόρησαν των ομώνυμο δίσκο τους και πιθανότατα κάποιο 7'' για το οποίο δεν μπορώ να είμαι σίγουρος καθότι βρήκα πληροφορίες μονάχα μέσω net και δίχως να έχω κάποιο φυσικό αντίτυπο). Στα πιο ουσιαστικά ζητήματα τώρα, όποιος γνώριζει την μουσική των Murder City Devils, δηλαδή αυτό το σκληροτράχηλο punk meets rockabilly & b-horror movie cinema συναίσθημα δεν θα αργήσει να μπει στο κλίμα του δίσκου. Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως ακολουθείται μια πιο post hardcore προσέγγιση σε σχέση με το παρελθόν η οποία παραπέμπει στους Jesus Lizard ή ακόμη και τους Fugazi αν φυσικά μπορείτε να τους φανταστείτε όλους αυτούς με τις πένθιμες και ταυτόχρονα φωνακλάδικες φωνητικές γραμμές σήμα κατατεθέν του Spencer Moody. Κατα τ'αλλα όπως τα ξέρατε, κιθάρες που ακούγονται όσο γεμάτες πρέπει, rhythm section που ΣΚΟΤΩΝΕΙ και μια συνολική punk αμεσότητα στο songwriting, ωραία πράγματα δηλαδή. Highly recommended!

Tiger Style Records

Dead Low Tide

Monday, November 15, 2010

Zipgun Baltimore





Γεια στους ήρωες που έχουν απομείνει!

Οπως έχετε καταλάβει οι ανανεώσεις είναι (και θα είναι) σπάνιες. Το συγκεκριμένο blog δεν καθιερώνεται ως εβδομαδιαίο ανάγνωσμα και ούτε πρόκειται. Σταθερό πλάνο επίσης δεν υπάρχει άρα θα τα λέμε μια στο τόσο, όταν έχουμε να πούμε και κάτι δηλαδή. Α και μάλλον κόβονται τα links, από εμάς θα παίρνετε με λίγα λόγια μονάχα την πληροφορία. Σήμερα θα δούμε λίγο συνοπτικά το Baltimore των ξεχασμένων (;) Ζipgun.

Πριν από κανα δυο χρόνια σε μία από τις καθιερωμένες και γνώριμες για όλους εμάς τους φετιχιστές βόλτα για αγορά δίσκων, έπεσε το μάτι μου πάνω σε ένα αυτοκολλητάκι όπου έγραφε με σχεδόν ξεβαμμένο μαρκαδόρο τις λέξεις SEATTLE PUNK με κεφαλαία. Το εξώφυλλο δεν μου είπε τίποτα, το όνομα της μπάντας επίσης. Ούτε καν το label δεν γνώριζα (μεγάλο λάθος, αφού η Empty Records έδρευε στο Seattle από το 1987 και ήταν under the radar εταιρεία με γκρουπάρες στο ενεργητικό της -μια ματιά στο ρόστερ θα σας πείσει-). Για πρώτη φορά λοιπόν πήρα δίσκο βάση μιας τόσο απλοικής φαινομενικά περιγραφής μέχρι που τον έβαλα τελικά να παίζει και αναθεώρησα τα πάντα γύρω απ'το less is more. Ok, υπερβολή ένα άλμπουμ σαν το baltimore δεν είναι ικανό να σε κάνει να αναθεωρήσεις και πολλά πράγματα, αλλά γενικά γουστάρεις και καταναλώνεις και λίγο αλκοολ για την πάρτη του.
Βλέπετε, ένα φαινόμενο της εποχής (α ναι παράλειψις, μιλάμε για το 1993) ήταν πως πολλές μπάντες απέφευγαν οριακά τον χαρακτηρισμό grunge από τον τύπο παίζοντας απλά την βασική εξέλιξη του hardcore punk των '80ς υπό ένα πιο rock'n roll πέπλο. Δηλαδή, δεν επένδυσαν σε όγκο και απλωμένα sabbath-ικά riffs, μα προτίμησαν να ακολουθήσουν μια κάπως οπισθοδρομική αντίληψη του rock'n roll που σε μεγάλο βαθμό αποδείχτηκε σωστή αφού οι περισσότεροι που ακολούθησαν τον πρώτο δρόμο ξεφούσκωσαν μέσα σε μια πενταετία. Από την άλλη πλευρά βεβαία, εμπορικά ήταν ομολογουμένως δύσκολο να καθιερωθείς πόσο μάλλον όταν δεν έπαιζες by the book. Σχήματα όπως οι Supersuckers (οι οποίοι μετακόμισαν και στην συγκεκριμένη πόλη) αποτελούν την εξαίρεση ενώ άλλα όπως οι Gits το καλά κρυμμένο (για ποιο λόγο ειλικρινά;) μυστικό μιας σκηνής που αποτέλεσε μέρος μιας άλλης που αποτέλεσε αντίδραση σε μια τρίτη κ.ο.κ. Για να μην πολυλογούμε οι zipgun είναι rock'n roll-άτο punk, πολύ κόντα στους προαναφερθείς και δίχως να είναι αριστούργημα διασκεδάζει και μεταφέρει το κλίμα μιας άλλης εποχής. Δεν επηρέασε κανέναν και τίποτα μα δεν το επιδίωξε. Αν το δείτε πουθενά σε λογική τιμή και σας ψήνουν ανάλογοι ήχοι, μια χαρά θα περάσετε.

Tuesday, May 11, 2010

Kitchens of distinction - Strange free world



Οταν πρωτάκουσα το strange free world δεν το πολυπίστευα. Όταν σκέφτεται κανείς το late '80s early '90s shoegaze δυσκολεύεται να θυμηθεί μπάντες με συγκεκριμένο ποπ προσανατολισμό, που δεν χάνονται στην αιθέρια ατμόσφαιρα, την ψυχεδέλεια, την παραμόρφωση και το γενικότερο κιθαριστικό χάος (μη μου πείτε για catherine wheel κτλ μιλάω για προγενέστερα πράγματα). Eδώ όμως άκουγα κάτι μεστό, κάτι με αρχή μέση τέλος, κάτι που μπορεί να μην παινεύεται για τον αρτιστικό χαρακτήρα του αλλά έχει πιάσει την ουσία και γνωρίζει καλά την ιστορία.

Για να δούμε σε ποιες περιπτώσεις σας αφορά όμως.

1. Αν γουστάρετε τους chameleons του what does anything mean basically και ξέρετε πως χωρίς τον Robin Guthrie θα είχαμε χάσει πολλά.
2. Αν βρίσκετε τους ride του nowhere ψιλοβαρετούς (ξέρω γω, μπορεί) & τους my bloody valentine υπερβολικα φασαριόζους (ξέρω γω μπορει)
3. Αν ψάχνετε να βρείτε τον ορισμό της καλογραμμένης ποπ μουσικής υπό το πέπλο του shoegaze
4. Αν ψάχνετε νοσταλγικά συναισθήματα μέσω της μουσικής
5. Αν δεν σας χαλάει που χάριν ατμόσφαιρας αγνοείται η έννοια του riff και του όγκου

Οι kitchens δεν μπόρεσαν να ξαναβγάλουν κάτι εξίσου ποιοτικό. Το ''the death of cool'' που ακολούθησε ήταν ένα βαρετό, άνευρο & μη αξιομνημόνευτο άλμπουμ. Εκτότε η ποιότητα της μπάντας πήρε την κατιούσα και λίγα χρόνια αργότερα βάρεσαν διάλυση. Αξίζει να ακούσει κανείς το ''love is hell'' το οποίο βγήκε στα τέλη της δεκαετίας του '80 και ουσιαστικά αποτελεί τον πρώτο τους δίσκο, αλλά και πάλι προσοχή αφού δεν μιλάμε για κάτι το συνταρακτικό. Αν υπάρχει ένας λόγος που τους κάνει άξιους μνείας, είναι αυτός και ΜΟΝΟ ο δίσκος. Είναι διαχρονικός, είναι ταξιδιάρικος, είναι συνθετικά εστιασμένος κ τον θεωρώ ντοκουμέντο μιας άλλης εποχής που δύσκολα θα ξαναεπιστρέψει. Θα συνεχίσουμε να ακούμε για nu-gaze ή για neo-shoegaze αν θέλετε βέβαια, αλλά για να ξανακούσουμε κάτι αντίστοιχο μάλλον θα πρέπει να πατεντάρουμε καμμιά χρονομηχανή.

Hum's space explorations



Περίπτωση σχήματος που δεν έγινε ιδιαιτέρως γνωστό στην εποχή του και παρά την αρκετά μπροστά απ'την εποχή ηχητική φόρμουλα που εφάρμοσε, παραμένει ακόμη και σήμερα στην αφάνεια. Bέβαια και τα hits τους τα είχαν (stars) & για πολυεθνική ηχογράφησαν (rca) αλλά και μερικές αρκετές πετυχημένες περιοδείες έκαναν, παρόλαυτα ήταν, είναι και θα είναι ψιλά γράμματα σε κουβέντες για το ιδίωμα που πρεσβεύουν. Χμ ιδίωμα είπα, εδώ τα πράγματα περιπλέκονται λιγάκι. Οι Hum είναι μια μπάντα που μπορεί να ξεκίνησε στα τέλη των '80ς, ωστόσο έδρασε ουσιαστικά στα μέσα της επόμενης δεκαετίας. Ένας περιστασιακός ακροατής ίσως και να τους τοποθετούσε ξεκάθαρα στο βαγόνι του post-grunge, κάτι που στα χαρτιά είναι εφικτό, αφού η παντελής έλλειψη πανκ νοοτροπίας ή έστω κάποιων σχετικών μουσικών αναφορών μαρτυρά κοινά. Η αλήθεια βέβαια είναι πολύ διαφορετική.

Αν θα έπρεπε να πω στα γρήγορα τέσσερις μπάντες που οι Hum χρωστάνε τα μέγιστα, θα έλεγα τις εξής :

1. Poster Children
2. My bloody valentine
3. Smashing Pumpkins
4. Mega city four (των τελευταίων δίσκων)

Και αν θα έπρεπε να περιγράψω με λόγια την μουσική τους θα έλεγα πως έχουν μπόλικα βαριά απλωμένα ριφφς, μία spacey διάθεση τόσο στιχουργικά όσο και συνθετικά, ξεκάθαρες κιθαριστικές πρωτοshoegaze αναφορές & αρκετά hooks για να μην μείνουν εντελώς στην obscurity. Βέβαια προσοχή, δεν είναι όσο πιασσάρικοι θα περίμενε κανείς, ούτε και προτείνονται σε άτομα που δεν διατηρούν σχέσεις με τους συγκεκριμένες σκηνές. Πίσω απ'τον φαινομενικά απλοικό χαρακτήρα τους, κρύβουν βάθος που ο ακροατής θα αρχίσει να ανακαλύπτει όταν αποφασίσει να δώσει λίγο χρόνο στις τρεις εξαιρετικές δουλειές τους.
Αυτές απλά θα αναφερθούν και όσοι έχουν χρόνο και όρεξη μπορούν να ψαχτούν λίγο παραπάνω. Νομίζω πως όποιος διάβασε το άνωθι κείμενο έχει τα εφόδια να κάνει το βήμα. Έχουμε και λέμε λοιπόν :

Electra 2000 (1993)
You'd prefer an astronaut (1995)
Downward is heavenward (1997)

Οι ενδιαφερόμενοι ας ξεκινήσουν απ'το τέλος.
Κάπου εδώ να τονίσω πως τα δύο τελευταία είναι εξαιρετικά εύκολο να βρεθούν και σε φυσική μορφή για τους φετιχιστές. Μιλάω πάντα για cd διότι για βινύλιο αγνοώ το τι μπορεί να συμβαίνει.

Saturday, April 3, 2010

Innermost - Menschenkenntnis


Η ακραία (το περιορίζω) underground σκηνή της χώρας μας ήταν, είναι και δεν ξέρω αν θα είναι μια απ' τις χειρότερες παγκοσμίως. Ελάχιστες σοβαρές κυκλοφορίες, συγκροτήματα που αν δεν ήταν "πατριωτάκια" και τύχαινε από σπόντα να κατεβάσουμε δίσκο τους, με πολλή βία θα τον ακούγαμε ως το τέλος, κλίκες, θαψίματα, η κακή αντιγραφή να βαφτίζεται "επιρροή", η επιρροή να βαφτίζεται "καινοτομία", η καινοτομία να μην υπάρχει στην πραγματικότητα πουθενά.

Μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χέριου, παρόλαυτα βρίσκονται. Με ψάξιμο και χρόνο, με τη διάθεση του και στο βάθος του. Είναι ακραίες (το περιορίζω ξανά) μπάντες που ξεχωρίζουν, που τις αναγνωρίζεις από χιλιόμετρα. Είναι αυτές που κάναν δίσκους που, ακούγοντάς τους, σκέφτεσαι "αυτοί αποκλείεται να 'ναι Έλληνες, ειναι ΟΝΤΩΣ καλοί!". Λυπάμαι που στο λέω, άλλα έτσι είναι, ψηλέ μου, κι αν δεν το πιστεύεις, όργωσε τη δισκο-/εμπιθριοθήκη σου (φακελός "Greek Bands" μετά τον "Godflesh") μπας και βρεις πολλούς Homo Iratus, πολλούς The One, πολλούς Dead Congregation, πολλούς Stagnate. Το ερώτημα όμως είναι, αν βρίσκεις εκεί μέσα έστω και ένα folder που λέγεται "Innermost". Αν όχι, συνέχισε να διαβάζεις, γιατί σήμερα θα παρουσιάσουμε ένα δίσκο, ο οποίος όταν βγήκε χώθηκε στο ίδιο τσουβάλι με άλλες κυκλοφορίες, και ίσως έτσι να πέρασε κάπως απαρατήρητος. Το album όμως αυτό, συνεχίζω μέχρι σήμερα να το βάζω να παίζει, και το χαιρετίζω σαν ένα απ' τα καλύτερα και πιο εμπευσμένα μουσικά δείγματα που έχει να επιδείξει η κακομοίρα η Ελλαδίτσα. Γενικά, εμείς οι "νεοψαγμένοι", πολλά εγχώρια προιόντα ακούμε στο ντούκου, με ψεύτικο ενδιαφέρον και αστείο σεβασμό, εδώ όμως μιλάμε για δίσκο που ούτε για επιφανειακές ακροάσεις είναι, ούτε επιοίκια ζητάει.

Το "Menschenkenntnis" (γερμανικά για "ανθρωπογνωσία") κυκλοφόρησε το 2003, από μια μπάντα που ανέτειλε μαζί με την τότε φάση των συγκροτημάτων του συναφιού της Damaged Productions και της Blastbeat Mailmurder (Straighthate, Sun Of Nothing, Stagnate, Konkave) και δυστυχώς έδυσε, μάλλον προσωρινά, αφού οι ίδιοι αναφέρουν ότι ετοιμάζουν καινούρια κομμάτια, μετά απ' αυτό, που αποτέλεσε και το δεύτερο και τελευταίο δισκογραφικό της βήμα, ακολούθώντας το φανταστικό ντέμο "The Concept Of A Self Conflict". Με DIY και hardcore υπόβαθρα, που ο αλαφροίσκιωτος ακροατής θα μπορέσει να νιώσει στο πετσί του κατά την ακρόαση, οι Innermost εδώ βελτιώνουν τον πολύ ενδιαφέροντα ήχο που αρχικά παρουσιάσαν, με αποτέλεσμα να δημιουργούν ένα album με σπουδαία τραγούδια, συνθετικά αψεγάδιαστο και τρομερά προσεγμένο, όχι καλό για Ελλάδα, καλό γενικά, που, αν και προδίδεται από τη μέτρια, ελληνική σαν φέτα, παραγωγή, καταφέρνει ακόμα και αυτή την εξ' αμελείας πρωτόγονη ηχητική υφή να την κάνει να μοιάζει καρα-true.

Δίπλα στους Catharsis και τους Converge, οι Innermost συγκαταλέγουν τους Cynic και τους Ved Buens Ende στις επιρροές τους, κι έχοντας κανείς αυτό στο μυαλό ακούγοντας το "Menschenkenntnis", ε ρε πούστη μου, δε γελάει, κι αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο κατόρθωμα μιας μπάντας που κάνει τέτοιες δηλώσεις. Ένα ελεγχόμενο χάος κυριαρχεί σε όλες τις συνθέσεις του δίσκου, όπου εναλλαγές ρυθμών και riffs χτίζουν μια επιβλητική ατμόσφαιρα, η οποία ενθουσιάζει με την ξερή επιμονή της στο αρνητικό, το κλειστοφοβικό, το επιθετικό, μα και το ευφυώς μελωδικό ταυτόχρονα. Κυριές αφετηρίες το hardcore, το black και το death metal, ήχοι που, περνώντας από ένα φίλτρο έμπνευσης και τεχνικής, χαρακτηριστικό της μπάντας, καταλήγουν γλύκισμα για το αυτί. Grind-άδικες αναμπουμπούλες διαδέχονται επικά, σερνάμενα περάσματα, ενώ κάπου παραδίπλα χαλαρές, ατμοσφαιρικές οάσεις ξεφυτρώνουν μέσα σε μια ξεραΐλα από σπασμωδικές αλλαξο-riff-ιές. Πέρα απ' το ζηλευτό, παντού και πάντα όπως πρέπει, drumming, το συνθετικό ατού των Innermost είναι τα αξιομνημόνευτα riffs, μερικά δε απ' αυτά είναι τόσο πολύ γαμηστερά, ώστε, έτσι όπως σκάνε απ' το πουθενά, μπορούν να σε αποσπάσουν απ' ότιδήποτε κάνεις εκείνη την ώρα, κι ας τα ακούς για εικοστή φορά. Τα φωνητικά, τέλος, δεν θυμίζουν σε καμία περίπτωση το αποτέλεσμα μιας πρόβας για να βρεθεί η σωστή χροιά, δε θέλουν να είναι brutal, δε θέλουν είναι grim, είναι σκέτα, ακαλλώπιστα ουρλιαχτά, ένα και το αυτό με το αγέλαστο τοπίο αυτού του album. Κερασάκι στην φριχτή τούρτα, το υπέροχο και έντονο artwork, που ταιριάζει απόλυτα σε αυτό που είναι το "Menschenkenntnis": μια από τις καλύτερες, τιμιότερες και πιο εντυπωσιακές ελληνικές κυκλοφορίες. Παγκοσμίως!

Ίσως φανεί υπερβολικό αυτό το εγκώμιο, αλλά γιατί να είναι, αφού ούτε μίζα απ' τους Innermost παίρνω, ούτε κανένα απ' τα μέλη της μπάντας γνωρίζω προσωπικά, ούτε είναι η πρώτη φορά που ακούω το δίσκο; Ίσως φανώ μαλάκας, επειδή είμαι αυστηρός με το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής σκηνής, αλλά γιατί να είμαι, αφού απλώς κλαίγομαι επειδή δε μου προσφέρονται τα "θέλω" μου; Κάποιος είπε ότι κριτικός είναι αυτός που δεν έχει τ' αρχίδια να κάνει κάτι δικό του. Δεν κριτικάρω. Δηλώνω γραπτά τη λύπη μου για μια γενικότερη κατάσταση, εγκωμιάζοντας παράλληλα κάποιους λιγοστούς που φέρνουν σε πέρας το, καθώς φαίνεται, δύσκολο έργο να μου προσφέρουν αυτά τα ταπεινά "θέλω" μου, που, ειλικρινά, δεν είναι τίποτα παραπάνω από το δόσιμο έστω και μιας στάλας της ψυχής του μουσικού στο δημιούργημά του.

Περιμένουμε τα καινούρια κομμάτια των Innermost. Κι αυτό το "περιμένουμε" για μια ελληνική μπάντα, για σκέψου λίγο, εσύ, ο ψηλός, τι κατόρθωμα είναι.

Innermost

Download

Saturday, March 27, 2010

Bad Religion - Into The Unknown

Οι Bad Religion είναι μια απ' τις πλέον αγαπημένες μου μπάντες, η οποία με πήρε στα γόνατα της και με μεγάλωσε από εποχής κασέτας. Αγάπησα ακαριαία τους μετά-Suffer δίσκους, λυπήθηκα με την αποχώρηση του Brett Gurewitz, χάρηκα όταν είδα ότι μπορούν να κάνουν και χωρίς αυτόν, βρήκα τραγούδια που μ' άρεσαν ακόμα και στο "The New America", ξαναχάρηκα όταν επέστρεψε και αγκάλιασα ειλικρινά κάθε απόπειρα εκμοντέρνισμου του ύφους τους. Την ίδια στιγμή που εγώ ενηλικιωνόμουν μαζί με τον ήχο των Bad Religion, μια Θεία Πρόνοια με προστάτευε, μέχρι και πριν από λίγα χρόνια, απ' το να έρθω σε επαφή με το μεγαλύτερο έγκλημα στην ιστορία του πανκ. Με το χειρότερο εφιάλτη κάθε ανθρώπου που ακούει μουσική, ανεξαρτήτως είδους. Με την τερατογένεση, το έκτρωμα, το σκουπίδι που είναι υπερβολικά ηλίθιο και καθυστερημένο για να γυρίσει στο άκουσμα του ονόματος "Into The Unknown".

Η κυκλοφορία αυτού του δίσκου, μετά το Τρίγωνο των Βερμούδων και τη σπηλιά του Νταβέλη, μάλλον αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια στην ιστορία της ανθρωπότητας. Είναι τελείως αψυχολόγητο αυτό το μουσικό βήμα που επέλεξαν να κάνουν οι Bad Religion, παρόλο που οι ίδιοι εξηγούν εν μέρει αυτή τους την απόφαση, δεδομένου του ότι η μπάντα είχε ξεκινήσει με το πολύ καλό, κλασσικού πανκ ύφους "How Could Hell Be Any Worse?" που ήταν και ο πρώτος της δίσκος. Οι Bad Religion ήταν νέοι και οι σπίθες που έμελλε να πυροδοτήσουν την έκρηξη του hardcore punk στις αρχές των '80s γυρνούσαν ήδη στον αερά, κοντολογίς, όλες οι προϋποθέσεις για μια ομαλή και εντυπωσιακή "σταδιοδρομία" ήταν δεδομένες. Οι Graffin και Gurewitz όμως είχαν άλλα σχέδια.

Οι δύο εικοσάρηδες φίλοι έκριναν ότι το macho attitude που είχε αρχίσει να διέπει τη σκηνή του Los Angeles και η στυλιστική προβατοποίηση των περισσότερων συγκροτημάτων δεν τους εξέφραζε καθόλου. Αποφάσισαν να αδιαφορήσουν για το πώς έπρεπε να ακούγονται και να δημιουργήσουν ένα δίσκο ακριβώς όπως ήθελαν, άγνωστο, βέβαια, για ποιό λόγο θα μπορούσε να θέλει μια μπάντα να ακούγεται έτσι το 1983. Η υλοποίηση αυτού του φόρου τιμής στην ανουσιότητα ξεκινά από τη στιγμή που ο κύριος Brett χαρίζει στον Graffin ένα synthesizer, το οποίο ο δεύτερος χρησιμοποίησε για τη δημιουργία όλων σχεδόν των κομματιών που απαρτίζουν το δίσκο. Συνθετικά έχουμε να κάνουμε με ένα prog rock (με την χειρότερη δυνατή έννοια) ανοσιούργημα με μεγατόνους πλήκτρων, που μοιραία φέρνουν στο νου παλιές διαφημίσεις Merenda και Hemo, όπου παιδάκια παίζουν σκληρή μπάλα, κάνουν σούζες με ποδήλατα κλπ., συνοδεία απαράδεκτου στίχου, που εξυμνεί τη θρεπτικότητα του προιόντος. Συνθέσεις που ακροβατούν ανάμεσα στη χλιαρότητα και στην ακυροσύνη, επίπεδο παίξιμο (κάποιοι κατηγορούν τους Bad Religion ότι είναι μονότονοι, αγνοώντας σε τι επίπεδα μονοτονίας μπόρεσαν να φτάσουν με το "Into The Unknown"), μηδέν επιθετικότητα στα φωνητικά και στους ρυθμούς, δεν ξέρω ρε, ακούω το δίσκο μετά από καιρό και προσπαθώ να τον περιγράψω, αλλά είναι τόσο βαρετός που αδειάζει τον εγκέφαλό μου από κάθε δημιουργική σκέψη και με κάνει φυτό. Χαρακτηριστικά αναφέρω, ότι ο τότε μπασίστας και ο ντράμερ αποχώρησαν διακριτικά πριν καν καλά καλά τελειώσει η ηχογράφηση του πρώτου τραγουδιού.

Παρατάω λοιπόν αυτή την προσπάθεια, αφού η καλλιτεχνική αξία του δίσκου είναι όση και η θρεπτική της Merenda και του Hemo, παρόλο που στον ιδεολογικό και στιχουργικό τομέα, οι Bad Religion του "Into The Unknown" παραμένουν καυστικοί και πιστοί στο διδακτικό τους ύφος, και προχωράω στα πιο ενδιαφέροντα της ιστορίας αυτής της κυκλοφορίας. Κόπηκαν 10.000 κομμάτια και ο Gurewitz αστειευόμενος αναφέρει ότι τους επιστράφηκαν 11.000. Από αυτά, οι ίδιοι οι Bad Religion έκαψαν τελετουργικά μερικές εκατοντάδες, ενώ τα υπόλοιπα φυλάχτηκαν και πουλήθηκαν από κολλητάρια της μπάντας και εν αγνοία της, ούτως ώστε στο τέλος δεν έμειναν παρά μόνο 300. Εννοείται πως ο δίσκος δεν επανακυκλοφόρησε ποτέ, αφού έχει αποκηρυχθεί από τους δημιουργούς του, με αποτέλεσμα σήμερα να θεωρείται υπερσυλλεκτικός. Ο Greg Graffin διατείνεται, ότι στο υπόγειό του βρίσκονται τα master tapes, που ως άλλοι Κθούλουδες, κοιμούνται κι ονειρεύονται, περιμένοντας τη στιγμή που ο κάτοχός τους θα νιώσει την επιθυμία να τα ξαναχρησιμοποιήσει, οπότε θα σημάνουν και την απαρχή ενός καλλιτεχνικού Αρμαγεδδώνα.

Κρίνοντας σήμερα τη σημασία αυτού του δίσκου, βλέπουμε καθαρά ότι είναι ανύπαρκτη, δε μπορούμε πάντως να αρνηθούμε ότι οι Bad Religion με αυτή την κυκλοφορία, πήγαν κόντρα στο ρεύμα που πήγαινε κόντρα στο ρεύμα, κάτι που, αδιαμφισβήτητα, θέλει πολύ θάρρος και αξίζει το σεβασμό, έστω κι αν έχει το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα, έστω κι αν προκύψει μια αθλιότητα τύπου "Into The Unknown". Μπορεί οι Bad Religion, αναγνωρίζοντας το λάθος τους, να επέστρεψαν αμέσως στις ρίζες τους και στο γνώριμό τους στυλ με το EP "Back To The Known" (εξυπνάδες...), από την άλλη, δε βρίσκω και τόσο λάθος, μιας και μιλάμε για hardcore punk, να κανείς ανά πάσα στιγμή αυτό που γουστάρεις, όπως έκαναν τότε οι Gurewitz και Graffin, αδιαφορώντας επιδεικτικά για όλους, ακόμα και γι' αυτούς που τους θεωρούσαν "δικούς τους".

Bad Religion

Download

Wednesday, March 24, 2010

Paintbox - Earth Ball Sports Tournament

Μήνες και μήνες μας έχει φάει η αδράνεια, αμφιβάλλω αν κανενός η ζωή άλλαξε ανακαλύπτοντας δίσκους που προτείναμε εδώ, η επιτυχία μας στις γυναίκες, αν δεν χειροτέρευσε, σίγουρα δεν αυξήθηκε, όμως παρόλαυτα, η νεκρανάσταση του Let's Electrify είναι γεγονός και φυσική απόρροια της πεποίθησής μας, ότι αν ακούσεις ένα δίσκο και θες να γράψεις γι' αυτόν, ε, πρέπει να το κάνεις. Για το λόγο αυτό, παρακαλώ τον έταιρο συνάδελφο να παρατήσει τις υπόλοιπες ιταμές δραστηριότητές του και να παλουκωθεί να ποστάρει και πάλι.

Το μπλογκ αυτό, έχει ασχοληθεί πολλές φορές με μπασταρδοπαίδια του hardcore punk, που είτε ξεχώρισαν με την ευαισθησία και την ποιητική τους προσέγγιση στη μουσική, είτε ξέφυγαν από τα πανκ στεγανά παίζοντας (και κάνοντας) αλλοπρόσαλλα πράματα, είτε τραμπούκισαν κόσμο και κοσμάκη ασπαζόμενα μέταλ τεχνικές και street φιλοσοφίες.

Δεν μπορώ λοιπόν, υποθετικέ μου φίλε, να σκεφτώ καλύτερο τρόπο επαναφοράς αυτής της σελίδας στην ενεργό δράση, από την παρουσίαση του "Earth Ball Sports Tournament" των Γιαπωνέζων Paintbox. Να ξεκαθαρίσω ότι λατρεύω παθολογικά οποιαδήποτε μορφή τέχνης προέρχεται από την Ιαπωνία, από το Γκέτα Ρομπότ μέχρι τις σκηνοθετικές ασέλγειες του Sogo Ishi πάνω στους Einstürzende Neubauten, οπότε η μουσική σκηνή της συγκεκριμένης χώρας δε θα μπορούσε παρά να με ενθουσιάζει και να αποτελεί αντικείμενο εξερευνήσεων μέσα σε ένα δαίδαλο από αντισυμβατικές μουσικές εκφράσεις.

Ήταν, που λέτε, ένας κιθαρίστας, ο Chelsea (Γιαπωνέζος είπαμε). Αυτός ο Chelsea πριν απ' τους Paintbox έπαιζε στους θρύλους του γιαπωνέζικου hardcore Death Side και στους θεούς Poison Arts, οι οποίοι αρχικά ονομάζονταν Poison, πριν τους την πέσουν για λόγους δικαιωμάτων οι γνωστοί Αμερικανοί ποζεράδες. Χαρακτηριστικό του παιξίματος του τύπου, ήταν οι υπερβολικά τεχνικοί και ακριβείς κιθαρισμοί, όχι απλώς επιμεταλλωμένοι αλλά ξεδιάντροπα μεταλλικοί, με άπειρα solos και τρομερά, άριστα εκτελεσμένα riffs, σαφώς επηρεασμένοι από το NWOBHM (παίζει αυτά να τα ακούει ακόμα ένα σωρό κόσμος στην Ιαπωνία). Αυτό το είδος παιξίματος κατάφερνε να το δέσει τέλεια με κλασσικές hardcore φόρμες, όσον αφορά στα τύμπανα, το μπάσο και τα φωνητικά, ούτως ώστε όλοι σιγά σιγά να αρχίσουν να μιλάνε για ένα νέο είδος hardcore: το Burning Spirits. Ναι, αυτή η μουσική ονομάστηκε Burning Spirits. Μόνο στην Ιαπωνία θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο, ρε πούστη μου.

Ο Chelsea, ο οποίος από την εποχή των Poison (δεκαετία του '80) ακόμα, έκανε τις πρώτες δειλές κιθαριστικές ακροβασίες του, τελειοποίησε την τέχνη του με το πέρασμα των χρόνων, ώστε έφτασε με τους Paintbox να θεωρείται, εκτός από εφευρέτης του Burning Spirits, ένας μουσικός-φαινόμενο της Γιαπωνέζικης υπόγειας σκηνής. Το αποκορύφωμα του συνθετικού και εκτελεστικού ταλέντου του θεωρείται από πολλούς το "Earth Ball Sports Tournament" του 2000, το οποίο, πέρα από αντιπροσωπευτικό δείγμα του περίεργου ιδιώματος που συζητάμε, αποτελεί και μάθημα πρωτοτυπίας και έμπνευσης για τη hardcore σκηνή παγκοσμίως.

Από πού ξεκινάμε; Απ' τις κιθάρες. Χεβυμεταλλάδικες μέχρι παρεξηγήσεως, με θέματα που άνετα θα μπορούσαν να έχουν θέση στον επόμενο δίσκο ιταλικής μπάντας, τον οποίο θα προσκυνούσαν οι απανταχού επικάδες, μα αντ' αυτού, "χαραμίζονται" δίπλα στο "θόρυβο" των υπολοίπων απροσάρμοστων που απαρτίζουν τους Paintbox. Αρμονική συνύπαρξη γαμηστερής, πάνκικης κουλαμάρας με solos που συνεχίζουν, και συνεχίζουν, και συνεχίζουν, ώσπου τελικά ο ακροατής γλιστράει μαζί με τα δάχτυλα του Chelsea, αγκιστρώνεται στη νότα αγωνιώντας για την επόμενη, παρασυρμένος σ' ένα όργιο μελωδίας που βγαίνει τόσο φυσικά, σα να πρόκειται για τζαμάρισμα του οποίου ο δέκτης νιώθει ότι γίνεται αυτόπτης μάρτυρας. Ο λυρισμός χεράκι-χεράκι με τον τσαμπουκά προσδίδει στoυς Paintbox αυτού του δίσκου μια διαφορετικότητα ουσιαστική και κάνει κατανοήτο το γεγονός, ότι όταν χαρισματικοί εγκέφαλοι κυοφορούν ιδέες, η γέννηση θα συμβεί με κάθε κόστος, ανεξάρτητα του πόσο αυτό μπορεί να ξενίσει κάποιους "πιουρίστες". Δεν είναι τυχαίο που κάτι τέτοια φαινόμενα δεν μεταναστεύουν...

Με τι συνεχίζουμε; Με τα υπόλοιπα. Όχι πως τσουβαλιάζονται έτσι απλά τα επιμέρους στοιχεία του "Earth Ball Sports Tournament", που περιλαμβάνουν απαράμιλλου αντι-κάλλους, βραχνιασμένα φωνητικά στα γιαπωνέζικα, γηπεδικά sing-alongs, ξεσηκωτικό rhythm section, επικά τραγούδια, οργισμένα τραγούδια, χαβαλέ και ριπές θανατερής crust σοβαρότητας εναλλάξ, ο δίσκος είναι ένα παζλ ιδεών που δίνει μια εικόνα του τι θαύματα προκύπτουν, όταν η ιαπωνική εκτελεστική δεινότητα συναντά το συναίσθημα και την επιθυμία δημιουργίας μουσικής, ικανής να μιλήσει στην καρδιά αυτών που έστω και λίγο συγκινούνται από τα αποτελέσματα της έκρηξης του hardcore, αφού αυτός ο δίσκος των Paintbox είναι ποτισμένος με τη ροπή προς το έγκλημα, που μοιράστηκαν οι Bad Brains με τους Minor Threat και τους υπόλοιπους δράστες του ριφιφί στις αρχές των '80s. Η χρήση πνευστών, όπως τρομπέτας και φλογέρας, ένω σε τόσες και τόσες μπάντες ακούγεται στην καλύτερη σαν αστείο, γίνεται εδώ με τέτοιο τρόπο ώστε δημιουργεί μια ζεστή ατμόσφαιρα πλήρους ορχήστρας, κάτι που υπόσχεται εγγυημένη ψυχική ανάταση στους έχοντες αυτιά και επικών διαστάσεων ξενέρωμα στους επιδερμικούς κριτές. Το κομμάτι "Round and Roll" ξεκινάει με σφυρίχτρα... Πιστεύω, ότι ο επίδοξος ακροατής, όχι μόνο των Paintbox, άλλα και του γιαπωνέζικου underground, πρέπει να κατανοήσει ότι μιλάμε για ανθρώπους τελείως διαφορετικούς από μας, εξωγήινους για την αντίληψή μας, που ακόμα και αυτή τη γαμημένη σφυρίχτρα στο "Round and Roll" την κοτσάρουν επειδή γυρνάει στο μυαλό τους, είναι λίθος στο οικοδόμημα της μουσικής τους, και ουδεμία σχέση έχει με Ευρωπαίους avantgarde-άδες υποκριτές ή με Αμερικανούς με όραμα που επισκιάζεται από την αμπαλίασή τους. Όλα, ακόμα και οι αδυναμίες, είναι αληθινά στην Ιαπωνία.

Πώς τελειώνουμε; Με τις αδυναμίες. Με το θάνατο του Chelsea το 2007, ο οποίος φήμες λένε ότι έσκασε απ' το ποτό, αφυδατωμένος και τσακισμένος σωματικά. Τελειώνουμε απότομα, όπως απότομα διακόπηκε η πορεία ενός χαρισμάτικου ανθρώπου, επιβεβαιώνοντας για ακόμα μια φορά, ότι οι χαρισματικοί άνθρωποι έχουν συχνά αυτοκαταστροφικές τάσεις. Ακούστε και προσπαθήστε πρώτα να γνωρίσετε, μετά να εκτιμήσετε και τέλος να αγαπήσετε τα σκόρπια και χαμένα σε δισκοπωλεία και σε μπλογκ κομμάτια της κληρονομιάς του Chelsea, τα οποία ούτε ποτέ πρόκειται να αφυδατωθούν, ούτε κίρρωση του ήπατος να πάθουν. Κάντε του αυτή τη χάρη.

Download

Prank Records